ἐρωτητικός

ἐρωτ-ητικός, ή, όν,
A skilled in questioning, Pl. Cra.398e.
II ἡ-κή (sc. τέχνη) the art of putting questions, Arist. SE172a16 ; ἐ. λόγοι ib.183b38 ; v. ἐρωτάω 11.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτητικός — ἐρωτητικός, ή, όν (Α) [ερωτώ] 1. ο ικανός για συζήτηση με ερωτήσεις 2. αυτός που τού αρέσει να ρωτά 3. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐρωτητική (ενν. τέχνη) η τέχνη με την οποία προκαλούνται λογικά συμπεράσματα με ερωτήσεις. επίρρ... ἐρωτητικῶς με τρόπο που… …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτητικόν — ἐρωτητικός skilled in questioning masc acc sg ἐρωτητικός skilled in questioning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτητικοί — ἐρωτητικός skilled in questioning masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτητικούς — ἐρωτητικός skilled in questioning masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτητική — ἐρωτητικός skilled in questioning fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτητικήν — ἐρωτητικός skilled in questioning fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτητικῶς — ἐρωτητικός skilled in questioning adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.